Κάπου πάει λάθος αυτός ο καβγάς με τις ευθύνες για την πυρκαγιά της Σολιάς. Και πάει λάθος διότι, από τη μια υπάρχει μια κυβέρνηση που, όπως όλες οι κυβερνήσεις, αδυνατεί να αναγνωρίσει ευθύνες που της αναλογούν και από την άλλη, υπάρχει μια αντιπολίτευση, όπως όλες οι αντιπολιτεύσεις, που θα ικανοποιηθεί μόνο αν πείσει την κοινή γνώμη ότι κάποιος υπουργός πήγε κι έβαλε τη φωτιά για να κάνει τον Νέρωνα. Όμως, μακριά από τις φωνασκίες του κάθε πολιτικού, υπάρχει πιο λογικός τρόπος να βγάλουμε συμπεράσματα. Φτάνει να δούμε μόνο τα γεγονότα, νέτα σκέτα.
Όποιος άκουσε τη μαρτυρία του δασοπυροσβέστη Γιώργου Σαμπτανή, που επέζησε του μοιραίου δυστυχήματος όπου σκοτώθηκαν οι δύο συνάδελφοί του, θα τον άκουσε να εξηγεί ότι στον δασικό δρόμο υπήρχαν ξένα χώματα και όταν πέρασε από αυτά το βυτιοφόρο τους οι πέντε τόνοι νερού που μετέφερε μετακινήθηκαν, μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους και το αυτοκίνητο έγειρε στον γκρεμό. Τα «ξένα χώματα» υπήρχαν επειδή δεν καθαρίστηκαν, λόγω οικονομικών περικοπών. Κι αυτό είναι ένα κομμάτι της αλυσίδας γεγονότων, που επιβάρυναν αρνητικά την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κρίση.
Δεν άναψε ασφαλώς η κυβέρνηση τη φωτιά, ούτε ανέμενε κανένας ότι θα πάει εκεί να τη σβήσει είτε ο Σωκράτης Χάσικος, είτε ο Χάρης Γεωργιάδης. Μια χώρα, όμως, δεν διαθέτει κυβέρνηση και υπουργούς για να κάνουν απολογισμούς μετά από τις τραγωδίες, αλλά για να τις προλαβαίνουν. Να παίρνουν έγκαιρα τις σωστές αποφάσεις ώστε να μην φτάνουμε σε καταστροφές. Όταν όμως όλες οι αποφάσεις αφορούν στη λιτότητα και τις περικοπές, είναι αδύνατο να διακρίνουν άλλες ανάγκες. Υπάρχει, λένε, πρόγραμμα ανανέωσης των αυτοκινήτων και των μηχανημάτων, για τα οποία οι δασικοί υπάλληλοι κατάγγειλαν ότι είναι πεπαλαιωμένα. Αλλά το πρόγραμμα διαρκεί χρόνια. Την ώρα, που όπως έχουμε ξαναγράψει, 20 λιμουζίνες αξιωματούχων αντικαταστάθηκαν όλες μαζί στο τάκα-τάκα και δεν χρειάστηκε κάποιο πρόγραμμα για να αγοραστούν σιγά-σιγά, όπως συμβαίνει με τα οχήματα του Τμήματος Δασών. Ή, το ότι οι δασικοί υπάλληλοι εδώ και μήνες δεν δουλεύουν υπερωρίες και αργίες, και γι' αυτό οι δασικοί σταθμοί δεν επανδρώνονται από στελέχη, που έχουν την ευθύνη να διαχειριστούν τις πυρκαγιές. Γιατί δεν δουλεύουν; Διότι, όπως εξήγησε στη Βουλή ο Χάρης Γεωργιάδης, λόγω των αποφάσεων που ελήφθησαν για εξοικονομήσεις έγιναν οικονομικοί περιορισμοί και στη δασοπυρόσβεση. Τόσο απλά και τόσο ακατανόητα. Δεν φρόντισαν να λύσουν το πρόβλημα με τις υπερωρίες, ούτε ενδιαφέρθηκαν καν. Τέτοια είναι η στάση του υπουργού Οικονομικών, που θεωρεί ότι οι αποφάσεις του είναι αλάθητες. Ίσως, στο παρασκήνιο να έλεγε «αν δεν τους αρέσει ας παν να δουλέψουν αλλού», όπως έλεγε ο Αβέρωφ Νεοφύτου για τους νοσοκόμους. Διότι, ουδέποτε έλαβαν υπόψη το κόστος από μια τόσο μεγάλη πυρκαγιά. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το κόστος από τις εξοικονομήσεις στη δασοπυρόσβεση. Πρόσκαιροι υπολογισμοί, πρόσκαιρο κέρδος. Που τώρα με τις ζημιές από την πυρκαγιά θα το πληρώσουμε στο υπερ-πολλαπλάσιο. Λοιπόν, η ευθύνη των υπουργών δεν πρέπει να αναζητείται στο αν συντόνισαν ή όχι τους πυροσβέστες και τους δασοπυροσβέστες. Αυτό δεν θα μπορούσαν να το κάνουν, ούτως ή άλλως. Αλλά, στο ότι οι προηγούμενες πολιτικές-οικονομικές αποφάσεις τους δημιούργησαν τεράστια κενά στην αλυσίδα της δασοπυρόσβεσης κι όταν αυτές οι αποφάσεις δοκιμάστηκαν στην πράξη αποδείχτηκαν καταστροφικές. Η ερευνητική επιτροπή, που θα διορίσει το Υπουργικό, πρέπει να έχει την εξουσία να ασχοληθεί αντικειμενικά και με αυτές τις ευθύνες.