Πριν από μερικούς μήνες, το Μάιο συγκεκριμένα, σ’ αυτή εδώ τη σελίδα, γράφαμε τα εξής: «Διαισθάνομαι πως το λάθος που έκαναν το 2004 οι υποστηρικτές του “Όχι” και ο Τάσσος Παπαδόπουλος, πάνε να το επαναλάβουν το 2015 οι υποστηρικτές του “Ναι”. Διαισθάνομαι πως αντί να αφουγκραστούν τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του απλού κόσμου (του γαλουχημένου για δεκαετίες με το πολιτικό παραμύθιασμα που ξεκινούσε από “τα σύνορά μας οι ακτές της Κερύνειας”, περνούσε από το “όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους” και κατέληγε στο “την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω”) τους τσουβαλιάζουν όλους μαζί με τους Λιλλήκα, Σιζόπουλο, Περδίκη, βαφτίζοντάς τους “λυσσοφοβικούς”, “διχοτομιστές”, “εθνικιστές”. Μόνο που δεν είναι έτσι. Σαφώς και υπάρχουν οι “επαγγελματίες” του είδους και οι πωρωμένοι με καμένα εγκεφαλικά κύτταρα. Εκεί έξω, όμως, μεγάλη μερίδα του απλού κόσμου έχει γνήσιες ανησυχίες και επιφυλάξεις...».

Βλέπαμε τότε πως ορισμένοι εκ των υποστηριχτών της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, θες από κεκτημένη ταχύτητα ένεκα της εκλογής Ακιντζί που εθεωρείτο αουτσάιντερ, θες από (αδικαιολόγητη) υπεραισιοδοξία, θες από μια διάθεση ρεβανσιστική, αντί να εξηγήσουν ψύχραιμα τη θέση τους και να επιχειρηματολογήσουν νούσιμα, κατέφευγαν σε χαρακτηρισμούς,  σε ένα είδος μπούλινγκ της αντίθετης άποψης, σε συνθήματα και πικκαρίσματα που θύμιζαν άλλες νοοτροπίες, νοοτροπίες που μέχρι χθες κάκιζαν. Το επισημάναμε και το ψέξαμε και ενόσω συνεχίζεται από κάποιους, θα εξακολουθήσουμε να το κακίζουμε. Μα είναι γεγονός πως τις μέρες που ακολούθησαν παρακολούθησα  -κυρίως στα socialmedia αλλά και σε αρθρογραφία στον Τύπο- πολλούς από αυτούς να αλλάζουν επικοινωνιακή τακτική και άλλους να επιπλήττουν και να νουθετούν όσους φανατίζονταν υπερβολικά και ξέφευγαν ενός ήπιου, δημοκρατικού διαλόγου.

Δυστυχώς, όμως, τις τελευταίες εβδομάδες, με αφορμή κυρίως την παράσταση του Ιππόλυτου στην κατεχόμενη Σαλαμίνα την περασμένη Παρασκευή, αλλά και την απόφαση κάποιων συμπατριωτών μας να συστήσουν μια ομάδα ανταλλαγής προβληματισμών, τα πνεύματα οξύνθηκαν. Ο παλιός εαυτός ορισμένων (της άλλης άποψης) βγήκε και πάλι στην επιφάνεια. Άναρθρες, υστερικές κραυγές  περί «πληρωμένων», «πουλημένων», «εξαγορασμένων», «προδοτών», «τουρκοπροσκυνημένων», που παίρνουν εντολές από άνωθεν, κάτωθεν και πλαγίως… Μια θλιβερή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, σαν κι αυτή που έκανε την εμφάνισή της το 2004. Παλιά μου τέχνη, βρώμικη. Με αβασάνιστη εκτόξευση κατηγοριών. Λάσπη. Χωρίς αποδείξεις και χαρτόσημα. Με περισσότερη μανία. Και μισαλλοδοξία. Με λόγο και ύφος πεζοδρομιακό. Κάποιοι, μάλιστα, κατέφυγαν και σε απειλές. Λεκτικές έστω. Πως «σαν θα ’ρθει η λευτεριά» (;!) θα πρέπει να καθαρίσουν τον τόπο απ’ όσους διαφωνούν σήμερα μαζί τους. Φασίζουσες νοοτροπίες. Που αγγίζουν τα όρια της ψυχοπάθειας. Και χρήζουν, αν όχι ψυχιατρικού εγκλεισμού, τουλάχιστον ψυχιατρικής φροντίδας. Πρόσωπα που -για κάποιο περίεργο λόγο- θεωρούν πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Και το μονοπώλιο του πατριωτισμού. Λησμονώντας, ωστόσο, πως τα δεινά αυτού του τόπου οφείλονται στον «υπερπατριωτισμό» ορισμένων εξ ημών… 

Καταλήγω μ’ εκείνο που έκλεινα το κείμενό μου και τον περασμένο Μάιο. «Ας μάθουμε να μιλάμε. Να ακούμε, να προβληματιζόμαστε και να συζητάμε. Με επιχειρήματα και όχι συνθήματα. Χωρίς φανατισμούς και στενοκεφαλιές. Αν μη τι άλλο, με λύση ή χωρίς λύση, αυτό θα είναι πιο χρήσιμο και ωφέλιμο από την όποια όξυνση, τους χαρακτηρισμούς και τις ταμπέλες».