Λευκωσία: Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, τόσο στην παρούσα φάση όσο και σε προηγούμενες, η τουρκική πλευρά εγείρει στο τραπέζι των συνομιλιών μια συγκεκριμένη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Την απόφαση «Δημόπουλος και άλλοι εναντίον Τουρκίας» του Μάρτη του 2010.
 
Ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία και κατ’ επέκταση και η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει σ’ αυτή την απόφαση είναι γιατί μέσω αυτής θεωρεί ότι ο πρώτος λόγος για τις ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα πάει στον σημερινό χρήστη και όχι στον νόμιμο ιδιοκτήτη.
 
Είναι σαφώς μια απόφαση που δυσκολεύει αφάνταστα την ε/κ πλευρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, παρά το γεγονός ότι προτάσσει από την άλλη μια σειρά άλλες σημαντικές αποφάσεις που δίνουν ισχύ στο νόμιμο ιδιοκτήτη. Στην 43 σελίδων απόφαση του 2010 υπάρχουν πέντε συγκεκριμένα σημεία πάνω στα οποία η τουρκική πλευρά στηρίζει τη θέση της κατά τις συζητήσεις στο περιουσιακό.
 
Στις παραγράφους 111 και 112 της απόφασης τέθηκαν, από μέρους τους δικαστηρίου, ερωτηματικά ως προς το πόσο ρεαλιστικό είναι σήμερα το θέμα της απόλαυσης της ιδιοκτησίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη και ξεκαθαρίζει πως το ΕΔΑΔ δεν ήταν σε θέση να επιβάλει στην Τουρκία επιστροφή περιουσιών στους ιδιοκτήτες τους:
 
Α. Παρ.111 της απόφασης: Αφού προηγουμένως σημειώνει ότι η πρακτική τού να προσφεύγουν οι Ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες ακινήτων ενώπιον του δικαστηρίου ζητώντας αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης της περιουσίας και όχι την αποκατάσταση της χαμένης περιουσίας, προσθέτει πως έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση κατά την οποία όσοι υποστηρίζουν ότι έχουν περιουσία στο βόρειο τμήμα θα μπορούν θεωρητικά να έρχονται στο Δικαστήριο για να ζητούν ενοίκια από απώλεια χρήσης μέχρι να λυθεί το Κυπριακό. Και συνεχίζει με το εξής:
 
-Στο παρόν στάδιο, πολλές δεκαετίες μετά την απώλεια κατοχής από τους τότε ιδιοκτήτες, η περιουσία έχει σε πολλές περιπτώσεις αλλάξει χέρια, ως δωρεά, με διαδοχή ή άλλως πως. Εκείνοι οι οποίοι διεκδικούν τίτλο μπορεί να μην έχουν δει ή χρησιμοποιήσει την υπό συζήτηση περιουσία. Το θέμα που προκύπτει μέχρι ποιας έκτασης ο ορισμός του νόμιμου ιδιοκτήτη, και η προσδοκία της απόλαυσης πλήρως των ωφελημάτων αυτού του τίτλου, είναι και ρεαλιστικό στην πράξη.
 
Β. Παρ.112: Αφού σημειώνει «με την πάροδο του χρόνου θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η κατοχή ενός τίτλου μπορεί να είναι κενή πρακτικών επιπτώσεων» συνεχίζει και λέει:
 
(1) Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αιτητές σ’ αυτές τις περιπτώσεις έχουν χάσει το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς υπό την επίσημη έννοια του όρου… [ξεκαθαρίζει ότι η εισβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί μιας μορφής χρησικτησίας και ότι δεν μπορούν να της μεταφερθούν νομίμως τίτλοι ιδιοκτησίας, και προσθέτει]:
 
(2) Ωστόσο θα ήταν μη ρεαλιστικό να αναμένεται ότι ως αποτέλεσμα αυτών των υποθέσεων το Δικαστήριο θα, ή μπορεί, ευθέως να διατάξει την τουρκική κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι αυτοί οι αιτητές θα εξασφαλίσουν πρόσβαση προς, και πλήρη κατοχή, των περιουσιών τους, ανεξαρτήτως του το ποιος σήμερα διαμένει σ’ αυτές ή κατά πόσο η περιουσία βρίσκεται σε κατ’ ισχυρισμό στρατιωτικά ευαίσθητη ζώνη ή χρησιμοποιήθηκε για σημαντικούς λόγους του δημοσίου.
 
Το άφησε στη διάθεση της Τουρκίας
 
Στις παραγράφους 114, 116 και 117 το ΕΔΑΔ ξεκαθάρισε πως το θέμα αποκατάστασης της περιουσίας αφήνεται στην καλή διάθεση της Τουρκίας προσθέτοντας πως δεν μπορεί να δικαιώσει το θύμα προκαλώντας αναταραχή ανάμεσα στους υφιστάμενους χρήστες:
 
Γ. Παρ.114: Αναφέρεται με σαφήνεια ότι το θέμα της αποκατάστασης επαφίεται στο εναγόμενο κράτος δηλαδή την Τουρκία:
 
>> Η νομολογία του Δικαστηρίου υποδεικνύει πως εάν η φύση της παραβίασης επιτρέπει επαναφορά στην προτέρα κατάσταση, είναι το εναγόμενο κράτος που έχει την ευθύνη να το πράξει. Ωστόσο, εάν δεν υπάρχει δυνατότητα αποκατάστασης στην πρότερη θέση, το Δικαστήριο, ως θέμα πάγιας πρακτικής, επέβαλε την εναλλακτική απαίτηση για το συμβαλλόμενο κράτος να καταβάλει αποζημίωση για την αξία του ακινήτου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δύο συμβαλλόμενα μέρη σε μια υπόθεση είναι κατά κανόνα ελεύθερα να επιλέξουν τα μέσα με τα οποία θα συμμορφωθούν με την απόφαση που το Δικαστήριο εντόπισε παραβίαση.
 
Δ. Παρ. 116: Αναφέρεται στην πάροδο χρόνο από τότε δηλαδή που ο νόμιμος ιδιοκτήτης εγκατάλειψε την περιουσία του, σε συνάρτηση με την παρούσα κατάσταση:
 
>> Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να επισημάνει ότι περίπου 35 χρόνια [το διάστημα που μεσολάβησε από την εισβολή μέχρι τη λήψη της απόφασης] οι αιτητές ή οι προκάτοχοι των τίτλων, είχαν εγκαταλείψει την περιουσία τους, θα ήταν ριψοκίνδυνο και αυθαίρετο από μέρους του να επιχειρήσει να επιβάλει μια υποχρέωση στο εναγόμενο κράτος για αποκατάσταση σε όλες τις περιπτώσεις, ή ακόμα σε όλες πλην εκείνων που υπάρχει πρακτική αδυναμία, μια εισήγηση που υποβλήθηκε από τους αιτητές και την παρεμβαίνουσα χώρα που προεξοφλεί όλες τις νομικές και πρακτικές δυσκολίες που προκύπτουν την μόνιμη απώλεια ή καταστροφή της περιουσίας.
 
>> Δεν μπορεί να συμφωνήσει ότι το εναγόμενο κράτος θα πρέπει να εμποδιστεί από του να λαμβάνει υπόψη του άλλους λόγους, ειδικότερα τη θέση ενός τρίτου μέρους. Δεν μπορεί να είναι μέρος της αποστολής του Δικαστηρίου η ερμηνεία και η εφαρμογή της Συνθήκης, να επιβάλει άνευ όρων υποχρέωση προς μια κυβέρνηση να προχωρήσει σε έξωση και μεταστέγαση ενός δυνητικά μεγάλου αριθμού ανδρών, γυναικών και παιδιών με το στόχο να υπάρξει δικαίωση των θυμάτων επί των οποίων υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης.
 
Ε. Παρ. 117: Το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει η λήψη αποφάσεων με τις οποίες επέβαλε επιστροφή περιουσιών στο παρελθόν ήταν για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σημειώνει ακόμα πως κατά την άποψή του η επούλωση των πληγών του παρελθόντος δεν μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα νέα λάθη:
 
>> Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει προηγούμενο στη νομολογία του Δικαστηρίου για να στηρίξει την άποψη ότι ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θα πρέπει ακολουθήσει μια ομοιόμορφη και ενιαία πολιτική για την αποκατάσταση της περιουσίας στους ιδιοκτήτες τους χωρίς να λαμβάνει υπόψη την τρέχουσα χρήση ή την κατοχή του εν λόγω ακινήτου.
 
Γράφει: Ανδρέας Πιμπίσιης