Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλη χώρα -όχι στην Ευρώπη στον κόσμο ολόκληρο- που θέλει να λέγεται σοβαρή και επιτρέπει στον εαυτό της να διαιωνίζει ένα τέτοιο απαράδεκτο βιβλιοθηκονομικό περιβάλλον.
 
Θα πάψει να απορεί κανείς για την ηθική, πνευματική και πλέον και οικονομική μας κατάντια μόνο και μόνο αν επιχειρήσει να καταπιαστεί με το μείζον ζήτημα της Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Που αποτολμώντας και να βάλεις δίπλα-δίπλα τις λέξεις «Κυπριακή» και «Βιβλιοθήκη» υπονοώντας ότι σ’ αυτή την παράξενη χώρα υπάρχει κάτι που πασχίζει να λειτουργήσει ως κεντρική βιβλιοθήκη, φλερτάρεις με το ενδεχόμενο να γραφτείς στο Γκίνες για το πιο σύντομο ανέκδοτο.
 
Ακόμη και οι έννοιες του «υποτυπώδους» και του «ανεξέλικτου» απέχουν σχεδόν έναν αιώνα από αυτό που έχουμε να δείξουμε –και δεν αναφέρομαι μόνο στο παράταιρο σύμπλεγμα βιβλιοστασίων που στεγάζουν την Κυπριακή Βιβλιοθήκη, αλλά στο όλο θεσμικό πλαίσιο που τη διέπει. Το στοιχειωμένο «Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης της Κυπριακής Βιβλιοθήκης», που υποτίθεται ότι θα ολοκληρωνόταν φέτος, αποτέλεσε ακόμη ένα παράδειγμα κατασπατάλησης ανθρωποωρών και φαιάς ουσίας για το τίποτα.
 
Το σχέδιο αυτό υποτίθεται ότι θα αποτελούσε το πλαίσιο αμοιβαίας δέσμευσης μεταξύ Πολιτείας και Κυπριακής Βιβλιοθήκης για άμεση αναβάθμιση του ρόλου της δεύτερης, προκειμένου να μπει σε μια τροχιά εκσυγχρονισμού, δηλαδή συγχρονισμού με τις ανάγκες του τρέχοντος αιώνα.
 
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Κυπριακή Βιβλιοθήκη αλλά σχεδόν όλες τις κατηγορίες βιβλιοθηκών, που όπως διαπίστωναν οι εισηγητές του Σχεδίου «από άποψη συνεργασιών βρίσκονται στις αρχές του 1900» (απομόνωση, ανυπαρξία συνεργασίας στην καταλογογράφηση υλικού) και «από άποψη υποδομών βρίσκονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980» (περιορισμένος αυτοματισμός, απουσία παροχής υπηρεσιών μέσω διαδικτύου).
 
Οι εισηγητές μιλούσαν ακόμη για «χαμηλό επίπεδο προτεραιοτήτων», διαπίστωση που τα λέει όλα, αφού αποκαλύπτει τη ρίζα του προβλήματος.
 
Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλη χώρα -όχι στην Ευρώπη στον κόσμο ολόκληρο- που θέλει να λέγεται σοβαρή και επιτρέπει στον εαυτό της να διαιωνίζει ένα τέτοιο απαράδεκτο βιβλιοθηκονομικό περιβάλλον, σε μια εποχή μάλιστα ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και απαιτητικών συνθηκών σε σχέση με τη διαχείριση της πληροφορίας. Και βάζω το χέρι στη φωτιά ότι σίγουρα έρχεται με διαφορά πρώτη στα… δέκα κοντινότερα ηλιακά συστήματα, αναφορικά με την αντίστροφη αναλογία μεταξύ δημόσιας βιβλιοθήκης και μορφωτικού επιπέδου των κατοίκων. 
 
Να το βράσω όμως αυτό το «υψηλό μορφωτικό επίπεδο» αν στην ουσία του εξαντλείται ως ακόμη ένας παράγοντας δημιουργίας κοινωνικού στάτους ή/ και απόκτησης συγκριτικών πλεονεκτημάτων στον αμείλικτο ανταγωνιστικό στίβο της εργασίας. Προφανώς, δεν μεταφράζεται τουλάχιστον σε επίγνωση της σημασίας του απεγκλωβισμού και της ανάπτυξης καίριων θεσμών που αφορούν τη διαχείριση της πνευματικής παραγωγής, την προώθηση της πληροφόρησης, την εγγυημένη πρόσβαση στην έγκυρη γνώση.
 
Στην πράξη, κι ενώ βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 2014, η Βιβλιοθήκη -κατά τη διαπίστωση και της Επιτρόπου Διοικήσεως- πόρρω απέχει από την εκπλήρωση κι αυτών ακόμη των στόχων που το υφιστάμενο, αραχνιασμένο νομοθετικό πλαίσιο περιγράφει. Και οι συνέπειες είναι ανυπολόγιστες και πολύπλευρες.
 
Εκτιθέμεθα ως χώρα και ως πολιτισμένη κοινωνία όταν δεν μπορούμε ούτε καν να συνειδητοποιήσουμε το φάσμα των δυνατοτήτων που προσφέρει η προώθηση και ανάπτυξη ενός τέτοιου θεσμού. Σε πολλούς συμπολίτες μας, ο όρος Βιβλιοθήκη φέρνει στο μυαλό την εικόνα ενός σκονισμένου χώρου που μυρίζει μελάνι και μούχλα και πηγαίνει κάποιος ατημέλητος γυαλάκιας να δανειστεί ένα βιβλίο. Συνεπώς, την κακιά μάγισσα Αδιαφορία σιγοντάρει η στρίγγλα αδερφή της, η Άγνοια.
 
Οι δύο αυτές «αδερφές» δεν ταλαιπωρούν μόνο τους ταγούς που έχουμε ψηφίσει ή διορίσει για να μας «υπηρετούν» (με το αζημίωτο). Τέρμα πια με τη μετατόπιση ευθυνών. Κάθε απόφαση που αφορά σε τέτοιο εύρος την ίδια την υπόσταση της κοινωνίας μας, δεν πρέπει να θεωρείται υπόθεση πέντε φιλόδοξων αεριτζήδων αξιωματούχων, είναι στη βάση της βαθιά πολιτική, με την έννοια της συλλογικής διαπίστωσης -μέχρι το μεδούλι- και τη μετατροπή της σε επιτακτικό κοινωνικό αίτημα.