Λευκωσία: Σαράντα χρόνια πέρασαν από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Τόνοι μελάνης έχουν χυθεί για να καλύψουν όλες τις πτυχές της κυπριακής τραγωδίας (πεσόντες, τραυματίες, αγνοούμενοι, εκπατρισμένοι, τεράστιες ευθύνες ελλαδικής χουντικής πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας κ.λπ.), της δεύτερης μείζονος εθνικής καταστροφής κατά τον 20ό αιώνα. Όμως από την ελληνική βιβλιογραφία απουσιάζουν οι μαρτυρίες της «άλλης πλευράς». Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα βιβλία Τούρκων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα της εισβολής -της «ειρηνευτικής επιχείρησης στην Κύπρο» («Kibris Baris Harekati»), όπως χωρίς αιδώ αρέσκονται να την αποκαλούν- ούτε έχουν φιλοξενηθεί συνεντεύξεις τους στον ελληνικό Τύπο.

Ο Χαλούκ Ουστουγκέν (Haluk Üstügen), απόστρατος αξιωματικός του τουρκικού Στρατού, έλαβε μέρος στα γεγονότα εκείνου του μαύρου καλοκαιριού του 1974 και θεωρείται ήρωας στην πατρίδα του. Το βιβλίο με τις αναμνήσεις του από τον πόλεμο, όπου τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του, κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Τουρκία και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, ενώ στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου έχει δοθεί το όνομά του στο ύψωμα Κοτζάκαγια για την καθοριστική συμβολή του στην ομώνυμη μάχη, στις 20 -21 Ιουλίου 1974, την οποία οι Τούρκοι ιστορικοί ακόμα και σήμερα θεωρούν την κομβική για την επιτυχία της πρώτης φάσης της εισβολής.

Ο κ. Ουστουγκέν, μιλώντας για πρώτη φορά σε ελληνικό μέσο ενημέρωσης, εξιστορεί τις εμπειρίες του από τον πόλεμο της Κύπρου στα «Επίκαιρα», δίνει τη δική του άποψη για τα γεγονότα και εξηγεί γιατί επιδιώκει συστηματικά τα τελευταία χρόνια να συναντά Έλληνες και Ελληνοκύπριους βετεράνους.

Γεννήθηκε το 1944 στο Τσανάκαλε της Βορειοδυτικής Τουρκίας. Και ο πατέρας του και ο παππούς του ήταν αξιωματικοί. Το 1962 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Ατατούρκ του Μπέηογλου (Πέραν) στην Κωνσταντινούπολη και, αφού σπούδασε για δύο χρόνια Νομική στο Πανεπιστήμιο της Πόλης, εισήχθη στη Στρατιωτική Ακαδημία της Άγκυρας (Kara Harp Okulu) το 1964, από την οποία αποφοίτησε το 1966 ως ανθυπολοχαγός Πεζικού.

Το 1974 υπηρετούσε με τον βαθμό του υπολοχαγού ως διοικητής του 2ου λόχου του 1ου τάγματος της ταξιαρχίας Καταδρομών με έδρα το Μπολού της Βορειοδυτικής Τουρκίας. Με τη μονάδα αυτή πολέμησε στην Κύπρο, στις μάχες του Κοτζάκαγια και αργότερα της Λεύκας (κατεχόμενη κωμόπολη της επαρχίας Λευκωσίας). Υπηρέτησε εκ νέου στην Κύπρο από το 1984 ώς το 1986. Αποστρατεύτηκε, έπειτα από αίτησή του, το 1986 με τον βαθμό του ταγματάρχη. Πλέον είναι εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη. Ο αδελφός του είναι παντρεμένος με Ελληνίδα της Πόλης, ενώ και ο ίδιος έχει πολλούς Ρωμιούς γείτονες.
 
Πόλεμος
 
«Αναλυτικά τις εμπειρίες μου από τον πόλεμο τις εξιστορώ στο βιβλίο μου που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο και τιτλοφορείται 1ο Τάγμα Καταδρομών Κύπρος 1974. Από τη 15η Ιουλίου, όταν έγινε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο, οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις τέθηκαν σε συναγερμό. Έπειτα από λίγα εικοσιτετράωρα η μονάδα μου διατάχθηκε να αρχίσει τις προετοιμασίες για επιχείρηση στην Κύπρο. Το πρωινό του Σαββάτου 20 Ιουλίου μεταφερθήκαμε με ελικόπτερα στο νησί και προσγειωθήκαμε στην περιοχή Κρηνί, στον τουρκοκυπριακό θύλακα Λευκωσίας. Από κει προωθηθήκαμε βόρεια και σκαρφαλώσαμε στο ύψωμα Κοτζάκαγια ή Ντογκρουγιόλ, όπως ήταν η τουρκική ονομασία του, ακριβώς απέναντι από το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, για να συναντηθούμε με τους Τουρκοκύπριους μαχητές που είχαν ένα μικρό στρατόπεδο στη δυτική κορυφή του. Στη συνέχεια εγκατασταθήκαμε στην περιοχή του Αγίου Ιλαρίωνα. Οι διαταγές που είχε το τάγμα μας ήταν να πραγματοποιήσει καταδρομική επιχείρηση στην περιοχή Κάρμι εναντίον ελληνοκυπριακών μονάδων Πυροβολικού που έβαλλαν κατά των δυνάμεών μας στην ακτή απόβασης στο Πέντε Μίλι Κερύνειας.
 
»Μισή ώρα περίπου πριν τα μεσάνυχτα ο διοικητής του τουρκοκυπριακού τάγματος που βρισκόταν πάνω στο Κοτζάκαγια έφτασε τρέχοντας στις θέσεις μας κι άρχισε να κραυγάζει έντρομος ότι το ύψωμα είχε καταληφθεί από Έλληνες κομάντος, οι οποίοι επιτέθηκαν ξαφνικά μέσα στη νύχτα από δυτικά και ανατολικά, και μας εκλιπαρούσε να αντεπιτεθούμε αμέσως. Τόσο το τάγμα μας όσο και το στρατηγείο που είχε εγκαταστήσει στο Μπογάζι, πολύ κοντά στο Κοτζάκαγια, ο επικεφαλής όλων των αποβιβασθέντων τουρκικών δυνάμεων, αντιστράτηγος Νουρετίν Ερσίν, απειλούνταν ευθέως με περικύκλωση. Επικοινωνία με το στρατηγείο δεν υπήρχε», αφηγείται ο κ. Ουστουγκέν.
 
Ενδεικτικό του απόλυτου αιφνιδιασμού των Τούρκων ήταν το ότι, όταν αντιλήφθηκαν στο στρατηγείο του Μπογαζίου ότι οι Έλληνες είχαν καταλάβει το Κοτζάκαγια και απειλούσαν και τον Άγιο Ιλαρίωνα, άρχισαν να καίνε χάρτες και έγγραφα και οι αξιωματικοί να αφαιρούν τα διακριτικά από τις στολές τους. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή έπρεπε πάση θυσία να διατηρηθεί σε τουρκικά χέρια ώστε να μπορέσουν οι δυνάμεις στην ακτή απόβασης να ενωθούν με τον τουρκοκυπριακό θύλακα, ο διοικητής του 1ου τάγματος Καταδρομών, αντισυνταγματάρχης Κεμάλ Ερούτς, με δική του πρωτοβουλία διέταξε τη διενέργεια αντεπίθεσης για την κατάληψη του Κοτζάκαγια.
 
«Ο διοικητής μου διέταξε τον 1ο λόχο μας να επιτεθεί για να ανακαταλάβει το ύψωμα. Κατά την έναρξη της αντεπίθεσης, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σκοτώθηκε ο υπολοχαγός Ογκούζ Γενέρ και τότε ανέλαβα τη διοίκηση και αυτού του λόχου. Με τους δύο λόχους, και με έναν ακόμα να μας υποστηρίζει, αντεπιτεθήκαμε και ακολούθησε σφοδρή μάχη, σώμα με σώμα, η οποία διήρκεσε περίπου δέκα ώρες. Τελικά απωθήσαμε τους αντιπάλους μας και καταλάβαμε το ύψωμα το πρωί της 21ης Ιουλίου».
 
Σύμφωνα με τα στρατιωτικά αρχεία της Εθνικής Φρουράς και την ελληνική βιβλιογραφία, εναντίον του Κοτζάκαγια, το οποίο έχει τρεις κορυφές, επιτέθηκε από τα δυτικά γύρω στις 23:00 της 20ής Ιουλίου η 31η Μοίρα Καταδρομών (ΜΚ). Η 32η ΜΚ επιτέθηκε εναντίον του υψώματος Άσπρη Μούττη, η 33η ΜΚ εναντίον του υψώματος Πετρομούθια, ανατολικά του Αγίου Ιλαρίωνα, και η 34η ΜΚ, εξ ολοκλήρου στελεχωμένη με εφέδρους, στην περιοχή του Πάνω Δικώμου. Τόσο το Κοτζάκαγια όσο και τα Πετρομούθια καταλήφθηκαν από τις ελληνικές δυνάμεις, αλλά εξαιτίας του ότι δεν κατέφθασαν στην περιοχή ενισχύσεις, όπως προβλεπόταν από τα σχέδια, υποχρεώθηκαν σε απαγκίστρωση τις πρωινές - μεσημβρινές ώρες της επομένης, κατόπιν σχετικής διαταγής που έλαβαν από το ΓΕΕΦ, καθώς είχε αρχίσει τη δράση της και η τουρκική Αεροπορία. Εάν οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ενισχυθεί όπως έπρεπε και κατάφερναν να κρατήσουν τα εδάφη που είχαν καταλάβει, τότε η τροπή του πολέμου θα ήταν σίγουρα διαφορετική.
 
Κατά τον κ. Ουστουγκέν, οι τρεις τουρκικοί λόχοι αριθμούσαν περί τους διακόσιους ογδόντα άνδρες και οι απώλειές τους ανήλθαν στους δεκαεννέα νεκρούς και πενήντα έξι τραυματίες. Όσον αφορά στους αντιπάλους του, υποστηρίζει ότι ήταν περίπου εφτακόσιοι, αριθμός που είναι εξωπραγματικός. Υπολογίζεται ότι οι άνδρες των τριών λόχων της 31ης ΜΚ, που ανέβηκαν και κράτησαν το Κοτζάκαγια έως ότου διατάχθηκαν να το εγκαταλείψουν, ήταν λιγότεροι από εκατό, ενώ οι απώλειές τους ήταν ένας νεκρός και τέσσερις τραυματίες.

«Άξιοι αντίπαλοι οι Έλληνες»

Καταρρίπτοντας τον μύθο που για χρόνια συντηρούσε η Τουρκία περί «στρατιωτικού περιπάτου στην Κύπρο» και περί «δειλών Ελλήνων που έσπευδαν να παραδοθούν», ο ταγματάρχης Ουστουγκέν παραδέχεται ότι οι άνδρες εναντίον των οποίων πολέμησε ήταν άξιοι αντίπαλοι. Μάλιστα, ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει το πώς οι Έλληνες καταδρομείς κατόρθωσαν να σκαρφαλώσουν σ’ αυτές τις απόκρημνες κορυφές, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των τουρκικών δυνάμεων.

«Παρατηρήσαμε ότι οι άνδρες των ελληνοκυπριακών μονάδων Καταδρομών που αντιμετωπίσαμε ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι και πολέμησαν σκληρά. Ειδικά, πρέπει να πω, ο ταγματάρχης Κατσάνης ήταν εξαίρετος καταδρομέας και τον βλέπαμε με θαυμασμό κατά τη διάρκεια της μάχης του Κοτζάκαγια». Ο κ. Ουστουγκέν υποστηρίζει με απόλυτη βεβαιότητα ότι, εκτός από την 31η ΜΚ, στο Κοτζάκαγια επιτέθηκε και λόχος της 33ης ΜΚ, υπό τον διοικητή της, ταγματάρχη Γεώργιο Κατσάνη. Τόσο ο κ. Ουστουγκέν όσο και ο αντισυνταγματάρχης Ερούτς στα βιβλία τους ισχυρίζονται, μάλιστα, ότι με τα κιάλια τους έβλεπαν καθαρά τον Έλληνα ταγματάρχη, τον οποίο αναγνώρισαν αργότερα από φωτογραφίες. Ο αείμνηστος Κατσάνης έπεσε ηρωικά μαχόμενος στην πρώτη γραμμή στους πρόποδες του Αγίου Ιλαρίωνα, περίπου 1 χιλιόμετρο βορειοανατολικά του Κοτζάκαγια, το πρωί της 21ης Ιουλίου. Στην ένταση της μάχης, δυστυχώς, οι άνδρες του δεν κατόρθωσαν καν να περισυλλέξουν το νεκρό σώμα του...

Συνεχίζοντας την αφήγησή του ο Τούρκος στρατιωτικός επισημαίνει: «Όμως επίσης είδαμε ότι πολλοί στρατιώτες του Κατσάνη δεν πειθάρχησαν στους αξιωματικούς τους και άρχισαν να υποχωρούν όταν αντεπιτεθήκαμε, με αποτέλεσμα να μείνουν κοντά του για να μας αποκρούσουν περί τους εξήντα με εβδομήντα άνδρες, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί. Απ’ ό,τι διαπίστωσα, οι απλοί στρατιώτες υποχωρούσαν κουβαλώντας τους νεκρούς και τους τραυματίες τους.

(Σ.Σ.: Οι άνδρες όλων των ελληνοκυπριακών μονάδων καταδρομών που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή αναγκάστηκαν σε αναδίπλωση μετά από σχετική διαταγή του διοικητή Καταδρομών, συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Κομπόκη. Όπως προκύπτει από τα στρατιωτικά αρχεία και τις μαρτυρίες βετεράνων, κανένας δεν εγκατέλειψε τη θέση του με δική του πρωτοβουλία.) Στο πεδίο της μάχης συγκεντρώσαμε 200 τυφέκια, πολυβόλα, εκτοξευτές ρουκετών, όλμους και ασυρμάτους».

* Η συνέντευξη στον Νίκο Καϊμακούδη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα των Αθηνών