Κυριάκος Χαραλαμπίδης: «Στη γλώσσα της υφαντικής», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013
 
Ο ποιητής είναι από χρόνια προσανατολισμένος στο μεγάλο πανελλαδικό και πανελλήνιο, ανά την υφήλιο, αναγνωστικό κοινό. Αυτή η στόχευση προσδίδει στη ματιά του μια καθολικότητα και μια υπερβατική, συνολική διάθεση, που μόνο ως επιπρόσθετες αρετές μπορούν να εκληφθούν.
 
Του Γιώργου Φράγκου
 
Ο πολυβραβευμένος και ποικιλοτρόπως καταξιωμένος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης έχει προ πολλού κατακτήσει ένα προσωπικό ύφος στο συνολικό έργο του, με σαφείς αλλά δημιουργικές επιρροές από την αρχαιοελληνική γραμματεία, τα γράμματα των βυζαντινών χρόνων, τη δημοτική ποίηση, αλλά και αφομοιωμένους απόηχους, κυρίως από τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Το αισθητικό του στίγμα είναι πλέον αναγνωρίσιμο, λόγω της συνέχειας αλλά και της συνέπειας που τον διέπουν ως πνευματικό δημιουργό.
 
Ο ποιητής, εδώ και χρόνια, παραμένει σταθερός στις υφολογικές του προσεγγίσεις, αλλά και στις θεματικές του αναζητήσεις. Σε σημείο μάλιστα, που ενδεχομένως πια να μην εκπλήσσει και τόσο το αναγνωστικό του κοινό. Και δεν υπονοώ μ’ αυτό ότι το γεγονός συνιστά κατ' ανάγκην μειονέκτημα, διότι ίσως μπορεί να ερμηνευθεί ως επανάληψη. Απλώς το παραθέτω και αφήνω την όποια αξιολογική ερμηνεία του στον αναγνώστη της ποίησής του.
 
Ο ποιητής είναι από χρόνια προσανατολισμένος στο μεγάλο πανελλαδικό και πανελλήνιο, ανά την υφήλιο, αναγνωστικό κοινό. Αυτή η στόχευση προσδίδει στη ματιά του μια καθολικότητα και μια υπερβατική, συνολική διάθεση, που μόνο ως επιπρόσθετες αρετές μπορούν να εκληφθούν. Από την άλλη βέβαια, η ίδια στόχευση, κατά την άποψή μου πάντα, δεν μπορεί παρά να λειτουργεί διαβρωτικά και αποδυναμωτικά ως προς τη θεματική και την προβληματική της ιδιαίτερης πατρίδας του ποιητή, που είναι η Κύπρος. Θα έλεγα ακόμη ότι αυτή η στόχευση, προοδευτικά και βαθμιαία, έχει συνολικά καταστήσει ισχνότερο το στοιχείο της εντοπιότητας στις υφολογικές προσεγγίσεις του ποιητή.
 
Ο ποιητής, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του άλλωστε, έτσι και στο υπό παρουσίαση βιβλίο του «Στη γλώσσα της υφαντικής», αρέσκεται στην ποιητική μετάπλαση διαφόρων επεισοδίων, πότε από την ελληνική μυθολογία, πότε από τα έπη του Ομήρου, πότε από την αρχαιότητα, τους ελληνιστικούς χρόνους ή και νεότερες εποχές. Συνήθως, επιλέγονται επεισόδια ή πτυχές τους λιγότερο φωτισμένες από τη σύγχρονη ή παλαιότερη γραμματολογία και πρωτίστως υπογραμμίζεται η «εσωτερική» διάσταση του όποιου γεγονότος, ιστορικού ή μυθικού ενσταντανέ.
 
Έτσι, π.χ. ο χορός εμφανίζεται να λέει στον Ορέστη, φονέα της μητέρας του Κλυταιμνήστρας στο ομώνυμο ποίημα: «…Αν τη μάνα σου να θανατώσεις θέλεις, / φόνευσε πρώτα εντός σου το θείο πρόσωπό της, / χτύπα το καταγής και κάνε το χταπόδι / όσο μπροστά σου ορθώνεται η επιφάνειά της / κι όσο οι θεοί κινούνται κεντρισμένοι / απ’ τα δικά σου αισθήματα, διαθλώντας / φύλλα, κορμό και κάθαρση παθών». (σελ. 27)
 
Οι στίχοι του Κ.Χ. είναι γνωστοί για τον ελληνοκεντρισμό, αλλά και την ελληνοπρέπειά τους. Η στόχευση αυτή παραμένει αναλλοίωτη και στην υπό παρουσίαση συλλογή.  Ο ποιητής δεν χάνει ευκαιρία να τονίζει –και συχνά να υπερτονίζει– την ελληνικότητα, αλλά και τις ελληνικές καταβολές της ιδιαίτερής του πατρίδας Κύπρου. Έτσι θεματοποιεί και τον Κηφέα και τον Πράξανδρο, πρώτους οικιστές της Κερύνειας και της Λαπήθου, από Αχαΐα και Λακωνία αντιστοίχως, στο ποίημα του «Κηφεύς και Πράξανδρος». (σελ. 29)
 
Ωστόσο, δεν υποπίπτει ποτέ στο ολίσθημα της πομπώδους συνθηματολογίας ή μεγαλοστομίας. Κι αυτό διότι είναι οπλισμένος με ένα βαθύτατο λυρισμό: «Μια φαλακρή έξαιφνης Στρατονίκη / ως αναδυόμενη εξ Αιγιαλού, / π’ άλλοι τον λεν Ακτή των Αχαιών / κι άλλοι Κερύνεια ή Λάπηθο, αναμέλπει / στα κύματα της κόμης οικτιρμούς. / Άδει για τη ροή της γλυκομύριστης / ορίγανης και μαντζουράνας, βάφει / το θρήνο με πορφυρά και χέννα». (σελ. 30)
 
Ο ποιητής ενίοτε στέκει με ρεαλιστικό κυνισμό απέναντι στην ίδια την αρχαιοπρεπή ελληνολατρία του, θέλοντας, εμμέσως πλην σαφώς, επ’ αμφιβόλω τη λειτουργική χρησιμότητά της στη σημερινή εποχή. Π.χ. στο «Χαιρετισμοί σ’ ελληνικό συνέδριο» (σελ. 63), λέει: «Πρώτος ανέβηκε ο Εφέσου. Τι χαρά / να βλέπεις και ν’ ακούς αρχαία ονόματα κι ας έχει το λαδάκι τους σωθεί». Για να αποφανθεί στη συνέχεια με ακόμα πιο μεγάλη σαφήνεια: «Γιατί –κακά τα ψέματα– ο Εφέσου / στο βάθος δεν υπάρχει∙ υπάρχει μόνο / το σχήμα και το κέλυφος εκείνου / που 'χε το φως του προ πολλού σβηστεί».
 
Η δόξα και ο θάνατος είναι ένα διπολικό θεματικό μοτίβο που απασχολεί συχνά τον Κ.Χ. σε αρκετά ποιήματά του. Αυτό συμβαίνει στο «Κρατησίκλειας συνέχεια και τέλος» (σελ. 39), στο «Βολφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ» (σελ. 50), στο «Σιμά στη Γρανάδα» (σελ. 52) και αλλού.
 
Προσωπικά χαίρομαι ιδιαίτερα όταν ο λόγος του Κ.Χ. γίνεται αποφθεγματικός και ευθύβολος, χωρίς ελλειπτικότητα, υπαινικτικότητα και άλλους έμμεσους πλαγιόδρομους: «…στον κόσμο δεν υπάρχει / πιο ακριβό απ' το μύρο της αγάπης / π’ αναταράζει και νεκρούς και ζώντας». (σελ. 87).
 
Στο βιβλίο ξεχώρισα ακόμη τα ποιήματα «Σιμά στην Αγγελόκτιστη» (σελ. 42), «Χωρίς άλογα» (σελ. 69) και «Ελιά» (σελ. 89) κυρίως για την ωραία και ατμοσφαιρική θεατρική – σκηνοθετική δόμησή τους, αλλά και για την τόσο γλαφυρή ανάπτυξη του μύθου τους.
 
Τέλος, ωραία και συγκινητικά γυμνάσματα θεωρώ τα δημοτικοφανή ποιήματα που περιλαμβάνονται μεταξύ των σελίδων 93 και 98, ήτοι: α) Του κυρ Χρίστου», (σελ. 93) β) «Της μαστορίνας», (σελ. 95) γ) «Στον Άδη τρεις και κάθονται», (σελ. 96) και δ) Του Μιχάλη ή Μαύρου», (σελ. 98). Αυτά ειδικά τα ποιήματα, πέραν των όποιων άλλων αρετών τους, δείχνουν και τη μαστοριά του Κ.Χ. και πόσο αυτός εμπέδωσε και αφομοίωσε δημιουργικά ποιητικές παραδόσεις αιώνων του ευρύτερου ελληνισμού.