Όταν αντίκρισα τον Δαυίδ στην Πινακοθήκη της Ακαδημίας της Φλωρεντίας μου είχε κοπεί η ανάσα· στεκόμουν και τον θαύμαζα για ώρες απ' όλες τις πιθανές οπτικές γωνίες. Θυμάμαι ότι η πιο συναρπαστική από τις σκέψεις που με βομβάρδισαν ήταν το πόσο διαφορετικά θα είχε γραφτεί η Ιστορία της Τέχνης αν κάποιος είχε αφαιρέσει τη δυνατότητα απεικόνισης του γυμνού σώματος. Μέσα στους αιώνες δημιουργοί γνώρισαν την απόλυτη χλεύη και την απόλυτη δόξα επιλέγοντας αυτό το θέμα, που εξακολουθεί σε μια -θεωρητικά- πιο χειραφετημένη εποχή να προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα και ποικίλους συνειρμούς.

Παρακολουθώντας την 30λεπτη body-dance performance του Πέτρου Κονναρή «Nude the Tree» στη μισοάδεια Στέγη Χορού Λευκωσίας, αναλογίστηκα πόσο πιο δίκαιο θα ήταν για τον δημιουργό και ερμηνευτή αν είχε την ευχέρεια να παρουσιάσει μια γυμνοσοφική μελέτη πάνω στο ανθρώπινο σώμα, απευθυνόμενος σε ένα ευρύτερο δεκτικό κοινό που θα είχε την ωριμότητα να τη θαυμάσει με ανοιχτό μυαλό. Να μπορούσε δηλαδή να απολαύσει αυτόν τον επιδέξιο χειρισμό του σωματικού λεξιλογίου, τη λεγόμενη και «ευγλωττία της σάρκας», καταφέρνοντας να ξεπεράσει την αμηχανία που δημιουργεί η προαιώνια ψυχοκοινωνική τριβή με την έννοια του ενδύεσθαι.

Ο σωματικός λόγος, με τη συμβολή και του Χρήστου Πολυμενάκου, έρρεε στη σχεδόν άδεια σκηνή μέσα από τις συσπάσεις και τις συστροφές του σώματος, τις μορφές που άλλαζε ο κορμός και τα άκρα, την αντίδραση με τα τακτικώς ερριμμένα στο πάτωμα ρούχα. Εκτιμώ πως ούτε μια υπερπαραγωγή με τα πιο φανταχτερά κοστούμια δεν θα μπορούσε να αποδώσει πιο συμπυκνωμένα τη δήλωση περί της φθαρτότητας και της ποταπότητας της ενδυμασίας σε σχέση με την ύπαρξη.

Δεν κρύβω ότι συνέλαβα τον εαυτό μου να ζηλεύει. Όχι τα σωματικά προσόντα του ερμηνευτή –δεν είμαι τέτοιος τύπος. Ζήλεψα αυτή τη δροσερή αίσθηση ελευθερίας και ολοκλήρωσης που υπόσχεται η απενοχοποίηση και εξύψωση του γυμνού σώματος, η συντριβή των ενδυματολογικών στερεοτύπων, η αποθέωση της φυσικότητας. Και ζήλεψα επειδή δυσκολεύομαι να με φανταστώ να εμφανίζομαι ανοιχτά γυμνός ως εκ μήτρας, γεγονός που αυτομάτως με αποκλείει από το να καταφέρω να αγγίξω βαθύτερα επίπεδα του εαυτού μου.