Στη νέα παραγωγή της Open Arts η Αθηνά Κάσιου βάζει στη μηχανή του χρόνου το μονόπρακτο του Ζαν Κοκτώ «Η ανθρώπινη φωνή» και μ’ ένα στοιχειώδες φρεσκάρισμα κάνει το άλμα των 90 (!) ετών να μοιάζει με βηματάκι. Ο πολυσχιδής Γάλλος οραματιστής επιδίωξε με το «La voix humaine» να αφηγηθεί μια μοιραία ερωτική ιστορία, προβαίνοντας παράλληλα σ’ ένα λανθάνον σχόλιο πάνω στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται για τις ανθρώπινες σχέσεις από την τεχνολογία της επικοινωνίας. Κι αυτή είναι μια συζήτηση που, σχεδόν έναν αιώνα μετά, κάθε άλλο παρά μοιάζει να έχει ολοκληρωθεί. Αντίθετα, πασχίζει ασθμαίνοντας να προσαρμοστεί στον αφηνιασμένο καλπασμό της εικονικής πραγματικότητας.
 
Με μια ελλειπτική σκηνοθετική προσέγγιση, η Κάσιου τονίζει όλα τα επίπεδα ανάγνωσης που προκύπτουν από τη σκέψη ενός εκ των κορυφαίων στοχαστών του 20ού αιώνα, αναδεικνύοντας όλο το βάθος ενός φαινομενικά απλού και αυστηρού κειμένου. Και βασικός παράγοντας για να το πετύχει αυτό είναι ένα απλό στη σύλληψη, αλλά πολύπλοκο στην εφαρμογή ηδονοβλεπτικό τρικ: η σκηνή είναι ένας τρύπιος τοίχος. Κι ο θεατής δεν είναι ακριβώς θεατής. Η Κάσιου μάς «σκηνοθετεί» στον ρόλο του αδιάκριτου γείτονα που παραβιάζει τον ανοχύρωτο προσωπικό χώρο, ή του περίεργου περαστικού που χώνει τη μύτη του καταπατώντας το απόρρητο των ιδιωτικών στιγμών και το άβατο της ερωτικής ζωής. Η απελπισία της ερωτευμένης γυναίκας που χάνει τη γη κάτω απ’ τα πόδια της μετουσιώνεται σ’ ένα αυτοτελές reality show της διπλανής πόρτας.
 
Η ένταση της τηλεφωνικής συνδιάλεξης υποστηρίζεται από μια λεπτοδουλεμένη ομαδική καλλιτεχνική παρέμβαση στις λεπτομέρειες που αφορούν το σκηνικό και το κοστούμι, τον σχεδιασμό του φωτισμού και του ήχου, μα πάνω απ’ όλα από το υποκριτικό ρεσιτάλ της διονυσιακής Αντωνίας Χαραλάμπους. Δεν ξέρω αν είναι η ηθοποιός που εξαφανίζει τη σκηνοθέτρια πίσω από την εκθαμβωτική ερμηνεία της ή αν είναι η σκηνοθέτρια που κρύβεται περίτεχνα πίσω από το καλοπαιγμένο αποτέλεσμα. Αυτό μοιάζει λίγο και με το αιώνιο δίλημμα με το αυγό και την κότα. Η ουσία είναι ότι με όχημα μια συσκευή συνδιάλεξης η νεαρή ηθοποιός κατορθώνει να αναλύσει γλαφυρά την ανατομία της γυναικείας ταυτότητας.
 
Η Χαραλάμπους παίζει σαν να 'ναι η τελευταία της παράσταση. Είναι ολόκληρη ο ρόλος της. Η φωνή της, πότε θρυμματισμένη και πότε στιλπνή, συντονίζεται πλήρως με το υποκριτικό κρεσέντο και ντεκρεσέντο. Ένας παρατεταμένος λυγμός είναι όλες οι κινήσεις της, ο ήχος των βημάτων της, το ρούφηγμα και ξεφύσημα του καπνού, η γυαλάδα των ματιών. Μια αιθέρια μορφή, υποταγμένη στον έρωτα, αυτοθυματοποιημένη, αιχμάλωτη σ’ έναν κόσμο που μοιάζει με αυτοσχέδιο κολαστήριο, με τη μοναξιά να σφυρίζει εφιαλτικά σαν τον άνεμο στην καταιγίδα.
 
Κάθε λέξη που εκστομίζει στην απρόσωπη συσκευή μεταδίδει τη συνεχή και κλιμακούμενη αγωνία της να γαντζωθεί πριν την αρπάξει ο ανεμοστρόβιλος της ολοκληρωτικής θλίψης. Κάθε ανάσα της είναι μια απελπισμένη αναζήτηση στα τυφλά για την έξοδο κινδύνου από το τρομώδες παραλήρημα της ερωτικής απογοήτευσης. Προσπαθεί να συγκεντρώσει τα τελευταία ψήγματα ψυχραιμίας για ν’ αποτρέψει την πλήρη κυρίευσή της από την παραφροσύνη που γεννά το γαρ πολύ του έρωτος –και της θλίψεως. Η ερμηνεία της προκαλεί έναν ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό συναισθηματικών δονήσεων που απλώνονται στο σκηνικό πεδίο μέχρι να φωλιάσουν στη συνείδηση του θεατή –κι ακόμη βαθύτερα.
 
Η παράσταση αναδεικνύει ένα αγωνιώδες πλέγμα φυσικών, υπερφυσικών και μεταφυσικών προεκτάσεων, επιτρέποντας και μια υποδόρια εισδοχή στις ασύμμετρες συνιστώσες της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ανθρώπινη φωνή είναι η θεατρική σύμβαση που οδηγεί σε μια ψυχολογική ιεροπραξία.