Λευκωσία: Στην παραδοχή ότι η κυβέρνηση δεν ζήτησε γραπτώς γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα για τη νομιμότητα της συγκρότησης της Ερευνητικής Επιτροπής για την Οικονομία, προέβη ο υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Ιωνάς Νικολάου, προσθέτοντας ότι δεν θεωρήθηκε αναγκαία, αφού, όπως εξήγησε, όλα τα έγγραφα και οι ενέργειες έγιναν σε συνεργασία και σε συνεννόηση μαζί με τον Πέτρο Κληρίδη.

Νωρίτερα, ο κ. Κληρίδης σε δηλώσεις του στην εφημερίδα «Σημερινή» είχε αναφέρει ότι «δεν υπάρχει γραπτή γνωμάτευση, ούτε είχε ζητηθεί από εμένα να γνωματεύσω πριν από την απόφαση για σύσταση της Ερευνητικής Επιτροπής», διαψεύδοντας έτσι τον αναπληρωτή κυβερνητικό εκπρόσωπο, Βίκτωρα Παπαδόπουλο, που χθες δήλωνε ότι η απόφαση για σύσταση της Επιτροπής, στηρίχθηκε στην κείμενη νομοθεσία και έπειτα από γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα.

Ο Π.Κληρίδης ξεκαθάρισε πως η απόφαση «λήφθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και επελέγησαν τα πρόσωπα, από τα οποία θα απαρτιζόταν η Επιτροπή. Είναι αλήθεια, ότι σε κάποιο στάδιο πριν από την έκδοση του σχετικού διατάγματος, είχαμε αντιληφθεί ότι ενδέχεται να υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Ήταν, όμως, ήδη ειλημμένη απόφαση για σύσταση της Ερευνητικής Επιτροπής, όπως και για τα πρόσωπα, τα οποία θα την απάρτιζαν».

Ωστόσο, διευκρίνισε ότι «εξαιτίας και των διφορούμενων απόψεων που υπήρχαν, όπως συνεχίζουν και σήμερα να υπάρχουν, δεν θεωρήθηκε σκόπιμο ότι θα έπρεπε, με οιονδήποτε τρόπο, να διαφοποποιηθώ από τις θέσεις οι οποίες ήταν εκπεφρασμένες από το Υπουργικό Συμβούλιο».

Όπως ήταν φυσικό, η κυβέρνηση, δια του υπουργού Δικαιοσύνης έσπευσε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Δηλώνοντας ότι ένιωσε υποχρεωμένος να επανέλθει επί του θέματος μετά τις δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα, διευκρίνισε ότι από την πρώτη στιγμή που το Υπουργικό Συμβούλιο εξέφρασε την πρόθεση να διοριστεί Ερευνητική Επιτροπή για να διερευνήσει την κατάσταση στην οποία περιήλθε το τραπεζικό σύστημα και η οικονομία του τόπου, «αποταθήκαμε στον Γενικό Εισαγγελέα, για την σύνταξη της πρότασης προς το Υπουργικό Συμβούλιο και τους όρους εντολής της Ερευνητικής Επιτροπής». 

Ανέφερε πως κατά τη συνεργασία με τον Γενικό Εισαγγελέα ουδέποτε υποβλήθηκε οποιαδήποτε διαφωνία ή αντίθετη άποψη αναφορικά με την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, παρά τις όποιες αμφιβολίες τυχόν προέκυψαν εκ των υστέρων. 

Ο κ. Νικολάου δηλώνοντας πως είναι αλήθεια ότι δεν ζητήθηκε γραπτώς η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα εξήγησε ότι δεν θεωρήθηκε αναγκαία, αφού όλα τα έγγραφα και οι ενέργειες έγιναν σε συνεργασία και σε συνεννόηση μαζί του.

Σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης, η εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου επιβεβαιώνεται ρητά από τις εκθέσεις που ετοίμασε η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών για σκοπούς της κατάθεσης του νομοθετήματος για τις Ερευνητικές Επιτροπές στην Ολομέλεια της Βουλής προς ψήφιση, ότι η εξουσία διορισμού Ερευνητικών Επιτροπών που έχει σήμερα το Υπουργικό Συμβούλιο επεκτείνεται στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όταν στα ζητήματα που διερευνούνται εμπλέκονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπουργός ή άλλο πρόσωπο που διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Συμπλήρωσε ότι στα πρακτικά των συνεδριών της Επιτροπής Νομικών κατά τη συζήτηση του νομοθετήματος, διατυπώνεται ξεκάθαρα ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση περιορισμού της αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου.

«Σίγουρα, για τα νομικά ζητήματα αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, αν ποτέ εγερθεί το θέμα ενώπιον του, γι’ αυτό δεν έχουμε πρόθεση να επανέλθουμε», συνέχισε ο κ Νικολάου.

Αφού ανέφερε επίσης ότι όλοι αναμένουμε την Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής, η οποία θα συμβάλει ουσιαστικά στη πλήρη διερεύνηση των οποιονδήποτε ευθυνών, είπε πως το ανακριτικό έργο συνεχίζεται και για την κυβέρνηση αποτελεί προτεραιότητα υψίστης σημασίας, επισημαίνοντας πως «ως τέτοιο θα παραμείνει, γιατί είναι απαίτησή μας να διαπιστωθούν και να καταλογιστούν οι ευθύνες και οι υπεύθυνοι να οδηγηθούν ενώπιον της δικαιοσύνης». 

Και κατέληξε λέγοντας ότι το ζήτημα της νομιμότητας της συγκρότησης της Ερευνητικής Επιτροπής αδίκως περιπλέκεται, ενώ  επανέλαβε ότι αυτή τη στιγμή ιδιαίτερη σημασία έχει να αναγνωρίσουμε όλοι την ανάγκη να απαντηθούν τα καυτά ερωτήματα για το πώς έχει οδηγηθεί η οικονομία σ’ αυτή την κατάσταση και να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση οι ποινικές ανακρίσεις». 

Πηγή: philenews