Λευκωσία: «Καίει» τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου το πόρισμα του ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή Παναγιώτη Καλλή σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα από το δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους. Σύμφωνα με ανακοινώσεις του Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, ο οποίος μιλούσε στο πλαίσιο διάσκεψης Τύπου, το πόρισμα Καλλή διαπιστώνει ότι ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας διέπραξε τα ποινικά αδικήματα του δεκασμού δημόσιου λειτουργού και της δωροληψίας για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό.

Πρόκειται για ποινικά αδικήματα που επισύρουν ποινή φυλάκισης μέχρι και εφτά χρόνια.

Ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε πάντως πως στο παρόν στάδιο δεν τίθεται ζήτημα φυλάκισης, ούτε και απομάκρυνσης του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Ρίκκου Ερωτοκρίτου.

Δείτε εδώ τα κύρια σημεία της έκθεσης Καλλή

Εμπλοκή της Διοικητού και μελών του ΔΣ της ΚΤΚ στην υπόθεση

Απαντώντας σε ερώτηση, ο κ. Κληρίδης ανέφερε ότι υπήρξαν κάποιες έμμεσες, κατά κύριο λόγο, παρεμβάσεις, που αποσκοπούσαν στην άντληση πληροφόρησης για το περιεχόμενο της έκθεσης Καλλή.
 
Απηύθυνε την ίδια στιγμή προειδοποίηση ότι στο μέλλον τέτοιες παρεμβάσεις δεν θα αποκρούονται απλώς, αλλά θα συνοδεύονται και από κυρώσεις.
 
Κατά την εναρκτήρια δήλωσή του ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι «όπως διαπιστώνεται στην έκθεση του ανακριτή, με την αγωγή 3987/2013 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού διεκδικήτο κυρίως δικαστική απόφαση για συμψηφισμό όλων των δανείων με απομειωθείσες καταθέσεις – κοινώς `κούρεμα`- συνολικού ποσού €515.619 περίπου».
 
Λόγω του ότι «στην αγωγή εκείνη δεν σημειώθηκε καμιά εμφάνιση εκ μέρους της τράπεζας από δικηγόρο αν και της επιδόθηκε η αγωγή, εκδόθηκε τελικά δικαστική απόφαση ερήμην στις 8 Νοεμβρίου 2013, αποδίδοντας τη θεραπεία του συμψηφισμού που ζητούσε η πλευρά του κ. Ερωτοκρίτου», αναφέρεται. Μερικούς μήνες μετά, συμπλήρωσε, υποβλήθηκε στο δικαστήριο αίτηση από το γραφείο Νεοκλέους με την οποία ζητείτο ο παραμερισμός της απόφασης.
 
Ο κ. Κληρίδης ανέφερε ότι το ΔΣ της Κεντρικής Τράπεζας «αφού πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, διόρισε και 2ο δικηγόρο μαζί με τον κ. Νεοκλέους και επιτεύχθηκε ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης».
 
Στην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, υπενθύμισε, «αποδίδονται και γι' αυτό το θέμα δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες σε συνεδρία της Αρχής Εξυγίανσης απέδωσε την εξέλιξη του παραμερισμού της απόφασης σε ικανοποίηση του κ. Ερωτοκρίτου από τον κ. Νεοκλέους με κάποιο άλλο τρόπο».
 
Ο κ. Ερωτοκρίτου, είπε, καταχώρισε έφεση εναντίον της απόφασης παραμερισμού, η οποία και εκκρεμεί.
 
Κατά τη διενέργεια της ανάκρισης, συνέχισε, «όπως προκύπτει από την έκθεση του ανακριτή, δόθηκε αρκετή μαρτυρία η οποία αφορούσε και σε μια άλλη υπόθεση καταγγελιών για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων στην οποία είχε εμπλοκή τόσο το δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους ως δικηγόρος Ρώσων πελατών του και του κ. Ερωτοκρίτου ως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα».
 
«Στο πλαίσιο της υπόθεσης εκείνης, ο κ. Ερωτοκρίτου είχε δώσει οδηγίες προς την Αστυνομία στις 31/10/2013 για άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον Ρώσων υπηκόων αντιδίκων των πελατών του κ. Νεοκλέους σε πολλές υποθέσεις διαφορών εκατομμυρίων ευρώ που αφορούσαν την εταιρεία “Providencia”, μετά που ζήτησε και λήφθηκε περαιτέρω μαρτυρία ενώ προηγουμένως είχαν δοθεί αντίθετες οδηγίες από ανώτερο λειτουργό της Νομικής Υπηρεσίας και στη μια περίπτωση και με τη σύμφωνη γνώμη του τότε Γενικού Εισαγγελέα για μη άσκηση διώξεων», είπε ο κ. Κληρίδης.
 
«Το διακύβευμα στην καταγγελία εκείνη αφορούσε διαφορές που ήδη ήσαν αντικείμενο αστικών δικαστικών διαφορών ύψους 250 έως 300 περίπου εκ. ευρώ», ανέφερε.
 
Συνέχισε λέγοντας ότι «μετά από εβδομάδες, στις 26 Νοεμβρίου 2013, οπότε ο νυν Γενικός Εισαγγελέας πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός κατόπιν παραπόνου του δικηγόρου της άλλης πλευράς, ζήτησε τους αστυνομικούς φακέλους από το Αρχηγείο της Αστυνομίας και αφού τις μελέτησε ακύρωσε τις οδηγίες του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα για ποινικές διώξεις, επαναφέροντας τις προηγούμενες, έτσι ώστε οι διαφορές των εμπλεκομένων να επιλυθούν στα πολιτικά δικαστήρια όπου και εκκρεμούσαν από καιρό».
 
Σχετική δημόσια ανακοίνωση, είπε ο κ. Κληρίδης, είχε εκδοθεί στις 28/11/2013. Στις 29/11/2013 η δικαστική απόφαση στην προαναφερθείσα αγωγή 3987/13 που είχε εκδοθεί ερήμην επιδόθηκε στους εναγομένους και ενημερώθηκε και το γραφείο Νεοκλέους.
 
«Μετά από λεπτομερή ανάλυση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που περιβάλλει τις συνθήκες υπό τις συνθήκες τις οποίες είχε εκδοθεί ερήμην στις 8 Νοεμβρίου του 2013 η απόφαση 3987/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπέρ του κ. Ερωτοκρίτου και εταιρειών του, ο ποινικός ανακριτής κατέληξε στο δικό του αιτιολογημένο συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο η μη εμφάνιση στην αγωγή και η συνακόλουθη έκδοση ερήμην ήταν το αποτέλεσμα συνεννόησης και συναλλαγής μεταξύ του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε τη Λαϊκή Τράπεζα και του κ. Ερωτοκρίτου έναντι κάποιου συμφωνημένου ανταλλάγματος», ανέφερε ο Γενικός Εισαγγελέας.
 
Ως προς την απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα για άσκηση ποινικών διώξεων στις υποθέσεις που αφορούν την εταιρεία Providencia, είπε, «ο Ποινικός Ανακριτής μετά από ενδελεχή ανάλυση της περιβάλλουσας μαρτυρίας παραθέτει την άποψή του σύμφωνα με την οποία ο κ. Ερωτοκρίτου απέφυγε να ενημερώσει τον Γενικό Εισαγγελέα για τις οδηγίες του φοβούμενος, όπως αναφέρει, την ανατροπή τους, ότι οι οδηγίες που έδωσε απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση του δικηγορικού γραφείου γραφείου Νεοκλέους και ότι αυτή η απόφασή του ήταν το συμφωνηθέν αντάλλαγμα ή αντιπαροχή για τη μη εμφάνιση του γραφείου Νεοκλέους στην προαναφερθείσα αγωγή με σκοπό την εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων του Β. Γενικού Εισαγγελέα  με την έκδοση απόφασης υπέρ του στην αγωγή».
 
«Είναι η τελική άποψη και κατάληξη του ποινικού ανακριτή ότι από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει συλλέξει αποκαλύπτεται η διάπραξη από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα του ποινικού αδικήματος του δεκασμού δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 54 με τη λήψη του ωφελήματος της ερήμην ευνοϊκής δικαστικής απόφασης για χάριν ενέργειας κατά την εκτέλεση του λειτουργήματός του, αδίκημα το οποίο προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια», σημείωσε.
 
Περαιτέρω, πρόσθεσε, «ο ανακριτής καταλήγει ότι αποκαλύπτεται και η διάπραξη του ποινικού αδικήματος της δωροληψίας κατά παράβαση του άρθρου 102 του Ποινικού Κώδικα για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό, για το οποίο αδίκημα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια».
 
Απαντώντας σε ερώτηση, είπε ότι «δεν τίθεται θέμα σύλληψης. Το ανακριτικό έργο είναι πλήρως συμπληρωμένο, δεν τίθεται κάποιο τέτοιο θέμα».
 
Σε ερώτηση αν θα ζητήσει την παραίτηση του κ. Ερωτοκρίτου, ο κ. Κληρίδης είπε ότι «μέσα στην έκθεση υπάρχει μια σαφής τοποθέτηση και κατάληξη σύμφωνα με την ποία αποκαλύπτεται η διάπραξη ποινικών αδικημάτων». Επομένως, πρόσθεσε, «θα πρέπει να προωθηθεί η διαδικασία η οποία προβλέπεται για τέτοιες περιπτώσεις διάπραξης ποινικών αδικημάτων».
 
Πρέπει όμως από την άλλη, συνέχισε, «να ληφθεί υπόψη η ιδιάζουσα περίπτωση, δηλαδή κάποιες συνθήκες και κάποιες παράμετροι, οι οποίες δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη και να προσμετρήσουν, όπως είναι για παράδειγμα η θέση την οποία κατέχει το υπό έρευνα πρόσωπο».
 
Διότι, εξήγησε, «αντιλαμβάνεστε οι ποινικές διώξεις ασκούνται από λειτουργούς της Νομικής Υπηρεσίας, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας είναι προϊστάμενος, οι λειτουργοί είναι υφιστάμενοι, η θέση του ίδιου του Γενικού Εισαγγελέα είναι ιδιαζόντως ξεχωριστή και ιδιαίτερη στην περίπτωση αυτή και ευαίσθητη, γι' αυτό ο τρόπος, η διαδικασία θα πρέπει να μελετηθεί πάρα πολύ σοβαρά και αυτό προτίθεμαι να κάνω».
 
Απαντώντας σε ερώτηση ως προς τα νομικά δικαιώματα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, είπε «οποιαδήποτε δικαιώματα παρέχει το Σύνταγμα και η νομοθεσία σε πρόσωπα εναντίον των οποίων αποκαλύπτεται ότι ενδεχόμενα να έχει διαπραχθεί κάποιο ποινικό αδίκημα». Και τονίζω, πρόσθεσε, «το `ενδεχόμενα`, διότι η έκθεση του ποινικού ανακριτή δεν είναι ασφαλώς δεσμευτική, είναι μεν ξεκάθαρη αλλά είναι η άποψή του, θα προχωρήσει η ποινική διαδικασία ως είθισται».
 
Σε άλλη ερώτηση, διευκρίνισε ότι «δεν υπάρχει, πρέπει να πω, καμία πρόνοια ούτε στο Σύνταγμα, ούτε σε νομοθεσία η οποία να προβλέπει περί διαθεσιμότητας ανεξάρτητου αξιωματούχου, όπως είναι ο Γενικός Εισαγγελέας ή ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας γι' αυτό ασφαλώς ο οποιοσδήποτε αντίκτυπος και τρόπος αντίδρασης, αντιλαμβάνεστε, επαφίεται στον ίδιο».
 
Κληθείς να πει αν ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ανέφερε ότι «πρέπει να σας πω ότι καθηκόντως δεν έχω ενημερώσει κανένα». Πρόκειται για ποινική ανάκριση, είπε, «η κατάληξη της οποίας υποβάλλεται με έκθεση στο Γενικό Εισαγγελέα και δεν είχα πότε πρόθεση και δεν την άσκησα, εν πάση περιπτώσει, να ενημερώσω κανένα πριν από τώρα».
 
Σε ερώτηση αν παρέχεται το δικαίωμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να θέσει σε διαθεσιμότητα ή να παύσει τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ο κ. Κληρίδης απάντησε ότι «δεν έχει τεθεί ξανά τέτοιο θέμα, αν υπάρχει ή όχι σίγουρα δεν είναι με καθαρή, ρητή πρόνοια». Ίσως, πρόσθεσε, «ανάλογα με την περίπτωση και την αντίδραση να είναι κάτι που να εξεταστεί».
 
Διευκρίνισε παράλληλα ότι η περίπτωση της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας είναι διαφορετική αφού εκεί υπάρχει ρητή πρόνοια στον οικείο νόμο που προβλέπει για τον τρόπο απομάκρυνσής της.
 
Σε σχόλιο δημοσιογράφου ότι υπάρχουν πληροφορίες ότι κάποιοι επιχείρησαν να παρέμβουν στη διαδικασία, ο Γενικός Εισαγγελέας απάντησε ότι «έχετε ένα Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να παρουσιάζει κατά κάποιους ίσως κάποιες ελλείψεις ή αδυναμίες, όμως θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι είμαι πάντα ειλικρινής μαζί σας και τίμιος».
 
«Υπήρξαν, ναι, κάποιες παρεμβάσεις, έμμεσες κατά κύριο λόγο, που μπορώ να πω σίγουρα δεν προέρχονταν από άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα – και το τονίζω αυτό – αλλά αποσκοπούσαν κυρίως στην προσπάθεια για πληροφόρηση του αποτελέσματος», ανέφερε.
 
Όμως, πρόσθεσε, «μπορώ να πω ότι έχουν υπερβεί και αυτό το όριο. Γι' αυτό, με την ευκαιρία αυτή που μου δίνεται, θέλω να κάνω μια προειδοποίηση προς οποιουσδήποτε άλλους επίδοξους παρεμβασίες ότι στο μέλλον δεν θα αποκρούονται απλώς τέτοιου είδους παρεμβάσεις – οι οποίες ασφαλώς και έχουν αποκρουσθεί τώρα - αλλά θα συνοδεύονται και από κυρώσεις και το τονίζω αυτό». Σε ερώτηση αν ήταν πολιτικά πρόσωπα, δεν θέλησε να πει περαιτέρω.
 
Σε άλλη ερώτηση, ο κ. Κληρίδης είπε ότι δεν θέλω κατ΄αρχάς να προδικάσω οτιδήποτε όσον αφορά την υπόθεση αυτή, πολύ λιγότερο και για την έκβασή της, και όπως σημείωσε “αντιλαμβάνεστε είναι και το τεκμήριο αθωότητας που πάντα υπάρχει».
 
Μπορώ να πω όμως, ανέφερε, «η απόληξη που έχουμε, έστω και σήμερα με αυτά τα δεδομένα, με μια έκθεση, είναι μια ζοφερή μέρα για τη Νομική Υπηρεσία».
 
Σε άλλη ερώτηση, είπε ότι απέστειλε στον κ. Ερωτοκρίτου τα ίδια κείμενα που έδωσε και στους δημοσιογράφους λίγο πριν τη διάσκεψη Τύπου.
Το ποιες είναι ενδεχόμενα οι κατηγορίες και ποια ενδεχόμενα να είναι τα εμπλεκόμενα άτομα σε ένα κατηγορητήριο είναι θέματα που σοβαρά θα απασχολήσουν στις επόμενες μέρες, μαζί με τα άλλα προβλήματα που έχω εντοπίσει, ανέφερε απαντώντας σε άλλη ερώτηση.
 
Σε ερώτηση αν μπορεί να συνεργαστεί πλέον μαζί με τον κ. Ερωτοκρίτου, αναγνώρισε ότι «κοιτάξετε κατά καιρούς είχαμε διαφορές απόψεων, νοοτροπίας κτλ». Βεβαίως συνεργαζόμαστε, πρόσθεσε, «αλλά αυτή η εξέλιξη είναι μια σοβαρή εξέλιξη, η οποία θα πρέπει να ληφθεί παρά πολύ σοβαρά υπόψη».
 
Σε άλλη ερώτηση αν για λόγους ευθιξίας ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας θα πρέπει ή όχι να έρθει αύριο στο γραφείο του, ο κ. Κληρίδης είπε ότι «νομίζω ο αρμόδιος να σας απαντήσει είναι ο ίδιος και όχι εγώ».
 
Κληθείς να πει κατά πόσο τα όποια μέτρα θα ληφθούν σε συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ξεκαθάρισε ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει κανένα ρόλο να παίξει στην υπόθεση αυτή».

«Προχωρά η εξέταση του θέματος της Διοικητού της ΚΤ»
 
Το νομικό, διαδικαστικό και πραγματικό υπόβαθρο για να στηριχθεί μια αίτηση παύσεως της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου διερευνά ομάδα που έχει καταρτιστεί στη Νομική Υπηρεσία σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος σημείωσε παράλληλα ότι αναμένεται να περατωθεί η διερεύνηση το συντομότερο.
 
Ο κ. Κληρίδης παρέθεσε τις αναφορές στην έκθεση του ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή Παναγιώτη Καλλή αναφορικά με το θέμα της όποιας εμπλοκής της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας Χρυστάλλας Γιωρκάτζη και μελών του ΔΣ της ΚΤ.
 
Στην παρούσα έρευνα, διευκρινίζεται στην έκθεση Καλλή, «διερευνώ κατά πόσο το γραφείο Νεοκλέους έχει δωροδοκήσει το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα και το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων από το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα». Δεν διερευνώ, προσθέτει, «κατά πόσο η Διοικήτρια έχει αναφέρει ή όχι, τα όσα της αποδόθηκαν από τον κ. Κοιλίαρη ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως στις 12 Μαρτίου 2015».
 
Επομένως, συνεχίζει, «τα όσα τα μέλη του ΔΣ, Κοιλιάρης, Συρίχας, Κωνσταντίνου, Πολυδωρίδης και Μάνναρης έχουν αποδώσει στη Διοικήτρια – με διαφορετικό λεκτικό ο καθένας από αυτούς – δεν έχουν αποδεικτική αξία σε σχέση με τα υπό διερεύνηση θέματα».
 
Ο ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής αναφέρει ακόμη στην έκθεσή του ότι «τα μέλη του ΔΣ Περσιάνης και Ζένιος δεν έχουν επιβεβαιώσει τα όσα, σύμφωνα με τα πιο πάνω 5 μέλη του ΔΣ είχε αναφέρει η Διοικήτρια».
 
«Η δε τελευταία τόσο στην κατάθεσή της ενώπιόν μου όσο και με δημόσια δήλωσή της αρνήθηκε ότι είχε αναφέρει τα όσα της έχουν αποδοθεί από τον κ. Κοιλιάρη ενώπιον της πιο πάνω Κοινοβουλευτικής Επιτροπής».
 
Ο Γενικός Εισαγγελέας συνέχισε να διαβάζει από την έκθεση Καλλή ότι  «έναυσμα της παρούσας έρευνας ήταν οι δηλώσεις του κ. Κοιλιάρη ενώπιον της πιο πάνω Κοινοβουλευτικής Επιτροπής».
 
«Η απρόσκοπτη, εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας καθώς και η χρηστή διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και η προστασία των συμφερόντων των καταθετών της αποτελούν ζητήματα ζωτικής σημασίας», αναφέρεται.
 
«Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των δηλώσεων του κ. Κοιλιάρη ενώπιον της πιο πάνω Κοινοβουλευτικής Επιτροπής φαίνεται ότι η δήλωση της Διοικήτριας περί δωροδοκίας του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα από το Γραφείο Νεοκλέους τον είχε αναστατώσει, συγκλονίσει και προβληματίσει», γράφει. Ωστόσο, επισημαίνει, «συμβίωσε μαζί της για περίοδο 5 μηνών».
 
Ενώπιον της Αρχής Εξυγίανσης, προσθέτει, «είχε τεθεί θέμα σύγκρουσης συμφερόντων του δικηγορικού γραφείου Νεοκλέους το οποίο εκπροσωπούσε τη Διαχειρίστρια της Κεντρικής Τράπεζας στις αγωγές που είχαν εγερθεί εναντίον της και εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας».
 
Η Αρχή Εξυγίανσης, αναφέρει, «διατύπωσε τις ανησυχίες της σε σχέση με τον τρόπο χειρισμού της αγωγής 3987/2013 από το γραφείο Νεοκλέους». Παράλληλα, «αποφάσισε να διορίσει υποεπιτροπή για να εξετάσει τα δύο θέματα – εκείνο της σύγκρουσης συμφερόντων και του χειρισμού της αγωγής 3987/2013».
 
«Αφού η εν λόγω υποεπιτροπή διερεύνησε τα πιο πάνω δύο θέματα αποφάσισε ότι υπήρχε δυνητική σύγκρουση συμφερόντων και έλλειψη επαγγελματισμού εκ μέρους του γραφείου Νεοκλέους», σημειώνει.
 
Παρά ταύτα, προσθέτει, «η Αρχή Εξυγίανσης δεν προχώρησε στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου όπως λογικά θα αναμενόταν».
 
Το γραφείο Νεοκλέους «συνέχισε να εκπροσωπεί τη Διαχειρίστρια και τη Λαϊκή Τράπεζα».
 
Ο ποινικός ανακριτής διερωτάται «κατά πόσον τα μέλη της Αρχής Εξυγίανσης θα υιοθετούσαν την ίδια στάση εάν ήταν εναγόμενοι υπό την προσωπική τους ιδιότητα με ανάλογες αξιώσεις, όπως εκείνες εναντίον της Διαχειρίστριας και της Λαϊκής Τράπεζας  οι οποίες αφορούν πάρα πολλά εκατομμύρια ευρώ και διαπίστωναν δυνητική σύγκρουση συμφερόντων εκ μέρους του δικηγόρου τους και έλλειψη επαγγελματισμού».
 
«Η αρχή ότι ένας ο οποίος διαχειρίζεται χρήματα που ανήκουν στο δημόσιο ή σε τρίτα πρόσωπα, πρέπει να τα διαχειρίζεται ως εάν να ήταν δικά του, είναι διαχρονική, πάγια και απαρασάλευτη», σημειώνει.
 
Επισημαίνει επίσης ότι «τα εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ της Κεντρικής Τράπεζας, με εξαίρεση τους Ζένιο και Περσιάνη, και ιδίως τα δύο εκτελεστικά μέλη – Κοιλιάρης και Συρίχας – απασχόλησε περισσότερο η κατά τους ίδιους – εχθρότητα της Διοικήτριας έναντι του γραφείου Νεοκλέους και η κακλή σχέση που είχε μαζί του, παρά η ουσία των πραγμάτων».
 
Απαντώντας σε ερώτηση αν προχωρά το θέμα του αιτήματος στο Ανώτατο για παύση της κ. Γιωρκάτζη ο Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι «οι οδηγίες του Προέδρου είναι να προχωρήσουμε με το αίτημα και προχωρούμε ως ομάδα που έχει καταρτιστεί στην περαιτέρω διερεύνηση του νομικού υποβάθρου, το οποίο μπορεί να στηρίξει μια τέτοια αίτηση, του διαδικαστικού υποβάθρου και του πραγματικού υποβάθρου, δηλαδή του συνόλου των γεγονότων στα οποία μπορεί να στηριχθεί».
 
Κληθείς να πει αν τα όσα αναφέρονται στην έκθεση Καλλή βοηθούν μια τέτοια υπόθεση, ανέφερε ότι «παρέχουν κάποιο υλικό το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί».
 
Σε ερώτηση πότε θα παρθούν οι τελικές αποφάσεις είπε ότι «και αυτό όπως δυστυχώς και όλα τα άλλα είναι ένα θέμα πρωτόγνωρο το οποίο εξετάζεται από όλες τις πλευρές του και το συντομότερο αναμένουμε να περατωθεί».
Πηγή: philenews / ΚΥΠΕ
Φωτογραφία: Στέφανος Κουρατζής