Λευκωσία: Σε εκκλησίες της Κύπρου άρχισε η συγκέντρωση υπογραφών κατά των εκτρώσεων, ενώ ιερείς διαβάζουν και σχετικό καταδικαστικό κείμενο. Η όλη διαδικασία εντάσσεται στο πλαίσιο προσπάθειας ματαίωσης της συζήτησης πρότασης Νόμου που επιτρέπει τις εκτρώσεις, υπό προϋποθέσεις, που κατέθεσαν τέσσερις γυναίκες βουλευτές και ένας άνδρας βουλευτής.

Μάλιστα, κάποιοι φανατικοί στέλνουν επικριτικά ηλεκτρονικά μηνύματα σε μερικές από τις γυναίκες βουλευτές, οι οποίες κατέθεσαν την πρόταση νόμου, ενώ άλλοι καλούν πολίτες να μην ψηφίσουν τις συγκεκριμένες βουλευτίνες. 
 
Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις των βουλευτών που υπογράφουν την Πρόταση Νόμου (Σκεύης Κουκουμά, Στέλλας Κυριακίδου, Αθηνάς Κυριακίδου, Ρούλας Μαυρονικόλα και Ρίκκου Μαππουρίδη) καθώς και του προέδρου της Βουλής, αναρτήθηκαν και στο διαδίκτυο και καλούνται οι πιστοί να τους στέλνουν μηνύματα, προφανώς όπως τα αντιλαμβάνεται ο καθένας.
 
Τουλάχιστον δύο από τις γυναίκες βουλευτές επιβεβαίωσαν στον «Φ» ότι λαμβάνουν μηνύματα τα οποία θεωρούν ως προσπάθεια εκφοβισμού τους, αφού κάποιοι καλούν ήδη τους πιστούς να μην ψηφίσουν όσους/όσες προσυπογράφουν την πρόταση νόμου.
 
Πέραν των πιο πάνω ενεργειών, πρόσφατα άρχισε και η διανομή προκηρύξεων από ομάδα που αντιτίθεται στην έγκριση της συγκεκριμένης πρότασης Νόμου.
 
Η Εκκλησία, παρότι τάσσεται κατά των εκτρώσεων, δεν υιοθέτησε την τακτική των φερόμενων χριστιανών, αλλά παράλληλα φαίνεται ότι δεν τους αποτρέπει από το να δραστηριοποιούνται εναντίον των εκτρώσεων. Τη συγκεκριμένη προσπάθεια εκφοβισμού υιοθέτησαν μεμονωμένοι ιεράρχες, οι οποίοι θεωρούνται και οι πιο ακραίοι εντός της Ιεράς Συνόδου.
 
Η ίδια η Εκκλησία, ωστόσο, φαίνεται να αποδέχτηκε σιωπηρά την υποβολή εκτρώσεων γυναικών οι οποίες την περίοδο της εισβολής βιάστηκαν από Τούρκους στρατιώτες.
 
Πάντως, σε έγγραφο που ετοίμασε το 2002 ο τότε χωρεπίσκοπος Αρσινόης και νυν Μητροπολίτης Πάφου εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου, αναφέρεται, πως η Εκκλησία τασσόταν ανέκαθεν εναντίον των εκτρώσεων. Στο έγγραφο, του οποίου η ουσία δεν φαίνεται να διαφοροποιήθηκε από τότε, αναφέρεται πως «η Εκκλησία ανέκαθεν καταδίκαζε και απαγόρευε την άμβλωση, ταυτίζοντάς την με φόνο, αφού όντως αφαιρείται μια ζωή, η ζωή του κυοφορούμενου εμβρύου». Αναφέρεται επίσης πως «η Εκκλησία δέχεται ότι η ζωή ξεκινά με τη σύλληψη την οποίαν ταυτίζει προς τη γονιμοποίηση, τη συνένωση δηλαδή του ωαρίου και σπερματοζωαρίου. Την ίδια μάλιστα στιγμή θεωρεί ότι γίνεται και η εμψύχωση του ανθρώπου».
 
Αφού γίνεται επίκληση διαφόρων παραδειγμάτων, προστίθεται πως «η Εκκλησία δεν αμφιταλαντεύτηκε καμιά φορά στο να καταδικάσει την άμβλωση ως φόνο».
 
Στο ίδιο κείμενο καταγράφονται και τα εξής: «Κατά καιρούς συζητείται αν η Εκκλησία είναι δυνατόν να συγκατανεύσει στη διακοπή της κύησης για σοβαρούς λόγους, είτε ιατρικούς είτε περιστασιακούς. Ως τέτοιοι λόγοι προβάλλονται συνήθως: Το κυοφορούμενο να είναι προϊόν βιασμού, να υπάρχει ιατρική διάγνωση ότι ο άνθρωπος που θα γεννηθεί θα πάσχει από σοβαρή αναπηρία ή από κάποια ανίατη ασθένεια ή ότι θα ζήσει μόνο για λόγο διάστημα ή να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη μητέρα». Ακολούθως προστίθεται πως «η εγκυμοσύνη είναι σχέση που δημιουργείται μεταξύ της μητέρας και ενός άλλου μοναδικού προσώπου, που ζει και μεγαλώνει μέσα της». «Αν κάποιος έχει εξουσία πάνω στο κυοφορούμενο, αυτός δεν είναι ούτε η μητέρα ούτε ο πατέρας, αλλά ο Θεός», προστίθεται στο κείμενο.

Θέλουν διάλογο

Μερίδα των διαφωνούντων με τις εκτρώσεις, υποστηρίζουν πως είναι απαράδεκτο για ένα σημαντικό θέμα που αφορά το μέλλον και τους θεσμούς της κοινωνίας, και μάλιστα χωρίς να διεξαχθεί δημόσιος διάλογος, να παραγρά-
φεται το δικαίωμα του εμβρύου στη ζωή και να ενισχύεται και να νομιμοποιείται η παρα-οικονομία των εκτρώσεων.

Τι προνοεί η επίμαχη πρόταση 

Με βάση την πρόταση νόμου, ουδένα πρόσωπο θα θεωρείται ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται σε άλλα άρθρα του Ποινικού Κώδικα, όταν η εγκυμοσύνη τερματίζεται με τη συναίνεση της εγκύου από γιατρό μαιευτήρα - γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου στις πιο κάτω περιπτώσεις: Δεν έχουν συμπληρωθεί 12 εβδομάδες εγκυμοσύνης, η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης ή σεξουαλικής κακοποίησης γυναίκας με μειωμένο νοητικό, αιμομιξίας και εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί 19 εβδομάδες εγκυμοσύνης.
 
Επίσης, δεν υπάρχει αδίκημα μετά από γνωμοδότηση αρμόδιου γιατρού, ότι έχουν διαπιστωθεί με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται στη γέννηση παθολογικού νεογνού, μετά από γνωμοδότηση γιατρού ότι υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής της υγείας. Το ίδιο ισχύει και όταν υπάρχει γνωμοδότηση αρμόδιου γιατρού, ότι πρόκειται για περίπτωση πολλαπλής κύησης, στην οποία πρέπει να τερματιστεί η κύηση αριθμού εμβρύων, εφόσον η συνέχιση της κύησής τους κρίνεται επικίνδυνη για τη βιωσιμότητα του συνόλου των εμβρύων.
 
Νοείται, σύμφωνα με την πρόταση νόμου, ότι στις περιπτώσεις που η έγκυος είναι ανήλικη, απαιτείται η συναίνεση ενός από τους γονιούς ή αυτού που έχει την επιμέλειά της.

Καθορίζονται οι προϋποθέσεις
 
Η Πρόταση Νόμου τροποποιεί διατάξεις του άρθρου 169 Α του Ποινικά Κώδικα για τον τερματισμό της εγκυμοσύνης και καθορίζει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες επιτρέπεται η έκτρωση, ώστε να διασφαλιστεί το αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει το σοβαρό αυτό ζήτημα που επηρεάζει τη ζωή της.

 
Γράφει: Βάσος Βασιλείου